Υπάρχει άραγε ελπίδα;

του Κώστα Γκουντάρα

 

Κάποτε ήταν ωραίο χωριό με μεγάλες αυλές, καπνοχώραφα της εποχής, «σαρί» το γένος του καπνού και φουλ για την Αίγυπτο τα «καπνοκάραβα» από το μεγάλο λιμάνι του. Και το χωριό αυτό, ο μεγάλος σιτοβολώνας της περιοχής, έγινε κωμόπολη. Λένε οι γραφές ότι εκτείνονταν από τους πρόποδες της Όθρυος μέχρι την απέναντι πλαγιά, εκεί στην ηλιόλουστη μικρή κώμη. Πλίθινα μεν τα σπιτάκια, αλλά από χρυσάφι η καρδιά, ο νους, και η σκέψη. Τόσο μεγάλη έκταση για τόσους λίγους, πολυτέλεια φαντάζει σήμερα. Κι όμως εκεί δούλευαν, κοντά στο βιος τους. Δεν είχαν χρόνο για φιλοσοφικές ανησυχίες, είχαν όμως όρεξη για δημιουργία ευχαριστώντας το Δημιουργό για την απλοχεριά του. Δυο πόλεις θύμιζαν ή δυο Αλμυροί αποκαλούνταν. Και σαν τα χρόνια και οι αιώνες πέρασαν εκείνοι οι άνθρωποι, οι ωραίοι εκείνοι άνθρωποι χάθηκαν. Χάθηκαν οι ομορφιές του παρελθόντος, χάθηκαν γρήγορα και μαζί τους χάθηκε και ο πλούτος που είτε κουβαλούσαν μέσα τους, είτε άφηναν το αποτύπωμά τους στη δημιουργία. Οι καινούργιοι έγιναν παράξενοι, εγωιστές, ατομιστές, συμφεροντολόγοι, η μεγάλη τους καρδιά μίκραινε σαν και τα κτήματά τους. Άρχισε ο ένας να φοβάται τον άλλο. Ο ένας να συγκρούεται με τον άλλο. Οι λογικές φωνές, αν και υπήρχαν, ήταν λίγες. Οι καλοί γείτονες, οι συμπονετικοί συγγενείς, οι ωραίοι δάσκαλοι, οι σεβάσμιοι ιερείς, οι έντιμοι άρχοντες, οι αποτελεσματικοί δουλευταράδες, οι ανάργυροι επιστήμονες δεν υπάρχουν, χάνονται. 

Δεν βρίσκονται εύκολα. Θαρρείς πως ψάχνεις ψύλλο στ’ άχυρα. Και πέρασαν οι δυσκολίες και αντέξαμε και ήλθαν κι άλλες και πάλι αντέξαμε. Και ήλθαν τούτες οι μέρες, οι τελευταίες μέρες, που η ανθρώπινη συστολή σε απογοητεύει. Οι ανάργυροι γίνονται αργυρώνητοι, οι έντιμοι αβανταδόροι (λαμόγια), τα δημιουργήματα ευτελή, φθηνά και σαθρά. Πού είναι η πόλη μας, αυτή η ωραία πόλη από τα παλιά με τις μουσικές της, τις χοροεσπερίδες, τα πανηγύρια, τις κυρίες να βολτάρουν στους Μπαξέδες, τους κυρίους με τα ψάθινα καπέλα τους, τους προσεγμένους δρόμους και τα επιβλητικά κτίρια; Το ωραίο κέντρο με τις ευωδιαστικές νεραντζιές, τα γλυκά του κουταλιού και το «υποβρύχιο» δεν υπάρχουν πλέον ή αν υπάρχουν είναι σε φθίνουσα κατάσταση. Αντί όλων αυτών βουή, φασαρία, τρέξιμο, ενοχλητικές οσμές, άγχος, ενοχλητικό άγχος και ωχαδερφισμός. Συμφόρηση στους δρόμους, συμφόρηση στα πεζοδρόμια, τα καταλυμένα, άλλος από ‘δω, άλλος από ‘κει, άλλος από ‘δω και από ΄κει. Όλα τρέλα και ο πολίτης στην «αγχόνη». Οι πεζόδρομοι παρκινγκ, και τα παρκινγκ δωρεάν και άδεια. Όποιος θέλει μπαίνει και άντε μετά να βγεί. Μια πόλη μπάζο και μια κοινωνία σε ασφυξία. Χάθηκαν τα ωραία, χάθηκαν τα όμορφα, χάθηκαν τα αγνά. Ήλθαν τα σύγχρονα, τα ηλεκτρονικά, τα διαδραστικά, τα αφής, τα τάμπλετ. Χάθηκε η ευκαιρία να κάνουμε και να διατηρήσουμε τον περίγυρο ανθρώπινο. Περπατάς και δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Ο Θεός να βάλει το χέρι του. Επειδή όμως η φύση προνοεί και η ισορροπία δεν χάνεται, οι ευκαιρίες ξαναζωντανεύουν. Η ελπίδα πως το καινούργιο που έρχεται θα δώσει λύση και τέλος στο αλαλούμ δεν αποθαρρύνει. Τώρα μπορούμε όλοι μαζί, τώρα πρέπει να τρέξουμε και πάλι όλοι μαζί, χέρι με χέρι. Τέρμα οι εξυπνάκηδες, τέρμα τα τρωκτικά της κακιάς ώρας, οι οσφυοκάμτες, οι αναχρονιστικοί, το χθες. Τώρα φρέσκιες ιδέες, φρέσκοι άνθρωποι. Αγνοί, ιδεολόγοι, νέα παιδιά, τα καμάρια της οικογένειας, που μαραζώνουν από την αναλγησία μας. Εμπρός ας κάνουν κάποιοι στην άκρη, ας κάνουν όσοι δεν μπορούν στην άκρη. Να δώσουμε θέση στους νέους μας. Να τους
βοηθήσουμε να μην κάνουν τα ίδια λάθη. Να φτιάξουν τον κόσμο που ονειρεύονται, τον κόσμο που θα ζήσουν. Όλα τ’ άλλα που αποτελούν προφάσεις με στείρα επιχειρηματολογία και σοφιστική διάθεση ας μη δημιουργούν μέσα μας ρομαντικά διλήμματα, αλλά ας φιλτράρουμε αληθινές σκέψεις και πραγματικές προσδοκίες. Ας τους βοηθήσουμε να δημιουργήσουν φυτώρια γραμμάτων και τεχνών, πνευματικά θησαυροφυλάκια, κιβωτούς πολιτιστικών αξιών, κέντρα εθελοντισμού, αγάπης και φιλανθρωπίας, ακτινοβόλες εστίες όλων των  αξιών και εθνικές επάλξεις. Έτσι θα αποφύγουν τον εύκολο δρόμο, τον κατήφορο στη ζωή, δεμένοι στο άρμα της απόλαυσης και του εφήμερου. Κάθε λαξευτό αγκωνάρι των χώρων μας είναι ιστορία του παρελθόντος.


Οι νέοι άρχοντες ας δουλέψουν αλλάζοντας τόνο και ρυθμό, χωρίς τη ρήξη να φοβούνται, χωρίς τη στέρηση να νοιάζονται, χωρίς στον κόπο να δειλιάζουν. Εδώ τους έταξε ο λαός, εδώ να πολεμήσουν. Θέλει πυγμή, θέλει τόλμη, θέλει και αρετή, μα πιο πολύ θέλει υπομονή, επιμονή και πολιτικό τσαμπουκά
Τότε και μόνο θα φτιάξουμε και μαζί θα χαρούμε τις ομορφιές που χάσαμε κι αυτά που νοσταλγούμε, υπάρχει ελπίδα, αλλιώς πως: « κλάφτα Χαράλαμπε».